Επεισόδιο 7α

Μια βροχερή μέρα αργίας του Φεβρουαρίου ξημέρωσε στη φωτεινή και ζεστή βραδινή Αθήνα. Ο Φαξ κοιμόταν και περίμενε το ξύπνημα από το ψυχεδελικό πορτοκαλί ξυπνητήρι. Τα πουλάκια τιτίβιζαν ρυθμικά από το διπλανό ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας. Ο διαπεραστικός και ανυπόφορος, ειδικά για κάτι τέτοια πρωινά αργίας, υπόκωφος ήχος τους, αφού φιλτραριζόταν από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του μπαλκονιού της κουζίνας του Φαξ, βασάνιζε τον Μόντεμ.
Στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του και χαμένος σ’έναν κόσμο χρωμάτων της ονειρικής διαδρομής στον λαβύρινθο του μυαλού του, ο Φαξ καταλήγει σε μια στάση όχι και τόσο ευπρεπή. Έχοντας τον δεξί του αγκώνα λυγισμένο κάθετα στο στρώμα και το αριστερό του χέρι να κρατά τον αριστερό αστράγαλο ροχαλίζει αρύθμητα με το τραγούδι των πουλιών.
Και ύστερα από όλα αυτά χτυπά το κυβερνο(cyber) ξυπνητήρι.Ήχοι pure beat και ζεϊμπέκικες πενιές εξανεμίστηκαν στην ατμόσφαιρα που ευωδίαζε απ΄την κλεισούρα. Τα πορτοκαλί και ανοιχτοπράσινα λαμπάκια του ρολογιού αναβόσβηναν σαν φλας και σαν να μην έφταναν όλα αυτά η αυτόματη φρυγανιέρα πέταξε στον αέρα δύο κομμάτια φρεσκοκαβουρδισμένου ψωμιού.
Ο Φαξ δυσανασχετώντας, ξύπνησε από τον γαλήνιο ύπνο και αρπάζοντας το πρώτο βιβλίο που βρήκε κάτω από το κρεβάτι του, καρπάζωσε για τα καλά το ξυπνητήρι.
Ο τόμος «Το Zen γύρω από την ανθρώπινη μυθοπλασία» είχε κάνει για άλλη μια φορά σωστά τη δουλειά του. Το καλοδουλεμένο σκυρόδεμα του εξωφύλλου χαράκωσε πολλή βαθιά το ξυπνητήρι που έπαψε να χτυπά. Επίσης λαμπάκια πορτοκαλί και ανοιχτοπράσινα σκόρπισαν παντού κάθε κομμάτι σε κάθε γωνιά του δωματίου. Η εκτυφλωτική λάμψη που προέκυψε από το συμβάν έκανε τα πουλιά, που είχαν πλησιάσει απειλητικά το μπαλκονάκι της κουζίνας του Φαξ, να φύγουν μακριά σωπαίνοντας- ίσως για πάντα! Η λάμψη δημιούργησε φωτεινά ξίφη μέσα από τις γρίλιες των παραθυρόφυλλων.
Ύστερα από λίγο η ατμόσφαιρα είχε ηρεμήσει από τους αλλεπάλληλους θορύβους και είχε καθαρίσει από τη σκόνη που είχε ανασηκωθεί…
Επανατοποθετώντας το βιβλίο, πετώντας το κάτω από το κρεβάτι του ο Φαξ σηκώθηκε με χαρά για να ξεκινήσει μία νέα ημέρα- ένα νέο αύριο! Τα κέφια του Μόντεμ τον εξώθησαν να ανοίξει τέρμα την ένταση του υπερσύγχρονου ψηφιοπολυγλωσσικού και αεροδυναμικού σχεδιασμού – με δυνατότητες εντοίχισης και σο αυτοκίνητο – μικρού φορητού ραδιοφώνου με τις 2 μπαταρίες των 1,5V. Αφού ύστερα από πολλές περιπέτειες ετοιμάστηκε, ξεκίνησε μια βόλτα στη Πλάκα… Μα η μοίρα τον έφερε αντιμέτωπο με μια δυσάρεστη έκπληξη.
Εκεί, που κατέβαινε ανέμελος την οδό Κυδαθηναίων, εκεί που χάζευε ηλίθια τα πουλάκια στα δένδρα, ενθυμούμενος το πρωινό «σκηνικό», και ενώ παραλίγο να σκοντάψει σ’ένα πεζούλι και να προσγειωθεί στο 10κάρεκλο τραπέζι μιας παρέας Γιαπωνέζων.. τότε.. ξαφνικά μέσα στην γαλήνια ειρήνη και ησυχία του μυαλού και του κορμιού του, εμφανίστηκε από το πουθενά, σαν παπαρούνα στα αγριόχορτα, μπροστά του η Κατερίνα:
-ΦΑΞ…του φώναξε παρότι ήταν σε απόσταση νός μέτρου και μερικών πιθαμών..
Ο Φαξ κατεβάζοντας το βλέμμα από τα δένδρα και καθώς μία έκφραση έκπληξης και σύγχυσης άρχισε να σχηματίζει αυλάκια σο πρόσωπό του, σηκώνοντας χαρακτηριστικά τα φρύδια και γουρλώνοντας τα μάτια φώναξε:
-ΩΧ!..η Κατερίνα!!.. ένιωσε να γειώνεται σαν να τον χτυπούν 9V DC στη γλώσσα.
-Τι κάνεις,βρε ψυχή; Πού είσαι; Πού χάθηκες; Πώς πας; Ξεκόλλα επιτέλους, αφού με θυμάσαι….
Ο Φαξ έχει ψιλοξεφύγει .. κοιτάζει τριγύρω του. Ξανακοιτάζει μπροστά του. Και όμως η Κατερίνα δεν είναι φαντασίωση, είναι εκεί και τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις.. Και όχι μόνο αυτό αλλά είναι αναγκασμένος να απαντήσει, κιόλας:
-Δεν έχεις αλλάξει καθόλου, ε;Κάνω βόλτα. Είμαι στη Πλάκα. Δεν χάθηκα και δεν το συνηθίζω. Με τα πόδια. ..Είπε με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση, θάρρος και αβεβαιότητα!
-Πάμε για καφέ; Πρότεινε αυτή.
-Μισό λεπτό να συμβουλευτώ την ατζέντα μου. Είπε ο Φαξ που ευθύς έλυσε το κόκκινο καρέ με μαύρα και μπλου-μπλακ τετράγωνα, κατανομημένα το ένα πίσω απ’τ’άλλο κασκόλ και έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπλε καστόρινου μπουφάν του. Μετά έβαλε και το άλλο για να ανοίξει το φερμουάρ της τσέπης. Ύστερα απο 30 δεύτερα εξονυχιστικής έρευνας θυμήθηκε ότι το είχε σε άλλη τσέπη και αφού ξεμπέρδεψε τα χέρια που χαιρετιόνταν μεταξύ τους, κάτω από το ημίφως μιας ηλιακής ακτίνας που είχε τρυπώσει απο το ανοιχτό φερμουάρ του γιακά, αποφάσισε να λάβει δραστικά μέτρα και είπε στη Κατερίνα:
-Μάλλον την έχω σε άλλη τσέπη…
-Ναι,ξέρω.Απάντησε ψυχρά ψύχραιμα η Κάτια..
Κατόπιν μερικών λεπτών σιγής ο Μόντεμ είχε βρει την ατζέντα και αφού την ψαχούλεψε της είπε:
-ΟΚ είμαι Free για τώρα…Και για αύριο… και μεθαύριο…
-Πάμε;
-Πάμε…
Η ώρα περνούσε … Οι δυο τους έκαναν τον κύκλο της Ακρόπολης για να καταλήξουν ύστερα από αρκετά δεκάλεπτα πάλι στη πλατεία της Πλάκας όπου τελικά αρκέστηκαν στις ποικιλίες τοπικού ουζομεζεδοπωλείου – γνωστής κοσμικής ταβέρνας.. Εκεί και μεταξύ ξιδάτου χταποδιού και σουπιάς:
-Λοπόν Φαξ. Πώς πας με τη ζωή σου; Ρώτησε η Κατερίνα.
-Μια χαρούλα , Κάτια. Ξέρεις πολύ δουλειά – πολλά λεφτά – πολλές υποχρεώσεις και φυσικά πολλά ξενύχτια εκτόνωσης.
Παρότι ο Φαξ ψευδόταν ασύστολα και ενώ το ήξερε συνήθιζε να λέει ότι περνάει καλά και ευχάριστα. Ειδικά στην Κατερίνα με την οποία ήταν μαζί τον καιρό που η λογική κυριαρχούσε στη ζωή του. Όμως ύστερα από ένα μήνα πάθους, γοητείας και πλεκτάνης χώρισαν για αμοιβαίους λόγους αντιμετώπισης της επαγγελματικής ζωής αμφοτέρων.
-Εσύ πώς τα πας; Ήταν η σειρά του Φαξ να ρωτήσει.
-Όχι και τόσο καλά, απλά ζω.
-Όπως πάντα, θυμάμαι πως τότε παρολίγο να με παρασύρεις στο δρόμο της λογικής. Αλλά ας μη μιλάμε γι’αυτά. Είναι περιττό. Τώρα πια εγώ τουλάχιστον πέτυχα.
Είπε ο Φαξ εκδικούμενος.. Δεν του είχε αφήσει και πολλά περιθώρια τότε η Κατερίνα. Ο Φαξ ήθελε να την πηγαίνει για εξωπραγματικές έρευνες φανταστικής καταδίωξης αγνώστων αντικειμένων και ατόμων. Εκείνη δεν του έδινε σημασία και ζητούσε άλλα. Ε, και όπως ήταν φυσικό:
-Ρε συ Φαξ. Αφού το ξέρεις – είμαστε εντελώς διαφορετικά άτομα. Αν εσύ ήσουν γάτα εγώ θα ήμουν κομμάτι από χαρτόνι κούτας νερών Λουτρακίου του 1 ½ λίτρου!
-Ναι σωστά..Ούτε καν στα αιλουροειδή.
-Εεεεεε;Καλά τ’αφήνω.. απόρησε στιγμιαία η Κατερίνα χωρίς να δώσει έκταση στη ένταση που είχε εξαπλωθεί διάχυτη στην αεράτη ατμόσφαιρα του καταμεσήμερου σχεδόν..
-Ξέρεις, είχα πολλά να σου πω από τότε..αλλά έχει περάσει αρκετός καιρός..
-Σοβαρά;Θα ήθελα να μάθω..
-Άσε καλύτερα…Ο χρόνος με δίδαξε πολλά τα οποία μου διαφεύγουν τώρα αλλά ήταν αρκετά.
-Μα γιατί δε μου λες; Η Κατερίνα δείχνει ένα κάποιο ενδιαφέρον αλλά ο Φαξ δεν δείχνει να το έχει καταλάβει και αυτό είναι και η πραγματικότητα. Ένα περίεργο χαμόγελο άγχους – αβεβαιότητας και μικρής χαράς έχει καταλάβει την έκφρασή της.
-Πες μου.. Επιμένει..
-Δεν γίνεται .. Δεν μπορώ.. Απαντά ο Φαξ με το ύφος του χαμένου σκίουρου στο δάσος με τις λεύκες – χωρίς να νιώθει ότι κανονικά η θέση του είναι κοντά σε βελανιδιές – , κοιτώντας γύρω του και χωρίς να βλέπει τίποτα το ενδιαφέρον ώστε να τον κάνει να αλλάξει θέμα.
-Άκου Φαξ. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Έχουμε ζήσει και οι δύο μια τραγικά συναρπαστική ζωή – είμαι σίγουρη. Όλα αυτά τα γεγονότα μας έχουν ωριμάσει και έχουμε προσανατολιστεί σχετικά με όλα τα θέματα που μας απασχολούσαν παλιά. Είμαστε 25 χρονών ανάθεμα! Ας μιλήσουμε ως ενήλικες.
Ο Φαξ τά’χασε . Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του με ανησυχητικά ενισχυμένες ανοδικές τάσεις. Έκανε ελαφρές περιφορές του κεφαλιού προσπαθώντας να τον αποβάλλει. Η ώρα περνούσε. Συνέχισε τις περιφορές. Όλο και πιο γρήγορα. Η Κατερίνα περίμενε υπομονετικά να ξεπεράσει το σοκ ο Φαξ βγαίνοντας θριαμβευτικά από το ντελίριο. Ήξερε πως αντιδρά. Τον ήξερε πολύ καλά. Ο Φαξ σταμάτησε λαχανιασμένος για να πιει νερό. Ήπιε λίγο από το ούζο του και έκανε να ξαναξεκινήσει αλλά η Κατερίνα τον διέκοψε:
-ΣΤΑΜΑΤΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ… Πες κάτι.
Για τα επόμενα δύο λεπτά κανείς από τους δύο δεν μιλούσε. Ένα κοριτσάκι που πουλούσε γαρδένιες πλησίασε το τραπεζάκι με σκοπό να πουλήσει στον Μόντεμ.
Όμως εκείνος είχε «καρφωθεί» στην Κατερίνα. Το κοριτσάκι περίμενε αγενώς υπομονετικά. Τελικά έφυγε καθώς είχε αρχίσει να υπνωτίζεται από το βλέμμα του Φαξ. Και ξαφνικά ο Φαξ μίλησε:
-ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΤΙΑ!
-Εεεεεε;.. Η Κάτια που είχε απορροφηθεί σε άλλες σκέψεις όπως «τι θα φάω το μεσημέρι;» είχε ξεχάσει και η ίδια την ερώτηση που του είχε υποβάλει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και είπε:
-Θες να σε πάρω τηλέφωνο;
-Τώρα δε γίνεται – δεν είμαι σπίτι. Απάντησε ο Φαξ νιώθοντας ότι έχει λυθεί ο κόμπος απο το λαιμό του και έχει γίνει μια ανακουφιστικά ευθεία χρυσή κορδέλα περιτυλίγματος! Και πρόσθεσε:
-Μπορείς όμως όταν θα πάω. Πάρε και τη κάρτα μου. Έχει και το τηλέφωνο του γραφείου.
Η Κατερίνα έκρυψε την έκπληξή της στη θέα της μακρόστενης κάρτας του Φαξ και την έβαλε στη τσάντας με τρόπο που χώρεσε! Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το μπίπερ της.
ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ ———ΠΑΥΣΗ——— ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ (και ου το καθεξής!).
Ο Φαξ πετάχτηκε πάνω σαν να καθόταν σε ξερό μικρό κάκτο που διακοσμούν ακαλαίσθητα τα γραφεία, την κοίταξε με άγριο βλέμμα και φώναξε…
– Ω ΘΕΕ ΜΟΥ!ΚΑΤΕΡΙΝΑ – ΚΟΥΔΟΥΝΙΖΕΙΣ;!
Η Κάτια δεν έδωσε σημασία. Τον ήξερε..
-Όχι Φαξ.. Το μπίπερ μου είναι..
-Α, καλά…. Είπε ο Φαξ ενώ περιέργως έδειχνε απογοητευμένος απο την απάντησή της…
Όση ώρα η Κατερίνα είχε μπει στο μαγαζί για να τηλεφωνήσει, ο Φαξ προσπαθούσε να συγκεντρώσει τις αλλόκοτες σκέψεις του και την προσοχή του σε ο,τι ειπώθηκε. Δεν ήξερε τι έκανε και φυσικά τι να κάνει……

 

ΤΕΛΟΣ Ά ΜΕΡΟΥΣ! ………………κουράγιο!

 Επεισόδιο 7β!…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *